Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2009

ΚΑΤΑ ΓΑΛΙΛΑΙΩΝ – ΦΛΑΒΙΟΣ ΚΛΑΥΔΙΟΣ ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ Μέρος 1ο

Ένα προσεκτικό διάβασμα των συγγραμμάτων του Ιουλιανού εκτός του ότι σχηματίζουμε γνώμη για την προσωπικότητα του μας δίνει μία άποψη για την προέλευση του Χριστιανισμού καθώς και για το ποιόν τον Χριστιανών του 4ου αιώνα μ.ν.χ.

[1]. Μου φαίνεται σωστό να εκθέσω σε όλους τους ανθρώπους τους λόγους για τους οποίους πείστηκα ότι η μηχανορραφία των Χριστιανών δεν είναι παρά ένα ανθρώπινο κατασκεύασμα που υπαγορεύτηκε από κακή πρόθεση. Μην έχοντας τίποτα θεόπνευστο, και εκμεταλλευόμενη πέρα για πέρα το κομμάτι εκείνο της ψυχής που αρέσκεται στις φανταστικές ιστορίες και που είναι παιδαριώδες και ανόητο, κατάφερε να κάνει τις τερατώδεις αφηγήσεις να φαίνονται αληθινές.
Καθώς τώρα πρόκειται να μιλήσω για όλα τα λεγόμενα κύρια δόγματα, θέλω πρώτα να πω ότι αν επιθυμούν οι αναγνώστες μου να φέρουν κάποια αντίρρηση, θα πρέπει, όπως ακριβώς και στο δικαστήριο, να μην καταπιαστούν με πολλά και άσχετα με το θέμα, ούτε να αρχίσουν να εκτοξεύουν δικές τους κατηγόριες, μέχρι να 'ρθει η ώρα να υπερασπιστούν τις απόψεις τους. Γιατί θα συντάξουν καλύτερα και σαφέστερα το δικό τους αντίλογο αν θελήσουν να με κατακρίνουν για κάτι συγκεκριμένο από αυτά που ισχυρίζομαι, και αν καθώς θα απολογούνται στις δικές μου αιτιάσεις, δεν αρχίσουν να κατηγορούν τον κατήγορο.

[2]. Αξίζει τώρα να δούμε λίγο από που μας ήρθε και πως ήταν η ιδέα του θεού στην αρχή, μετά να παραθέσουμε αυτά που λένε οι Εβραίοι και οι Έλληνες για το θείο, και μετά από αυτό να ξαναρωτήσουμε αυτούς που ούτε Έλληνες είναι ούτε Ιουδαίοι, αλλά ανήκουν στην αίρεση των Χριστιανών, για ποιο λόγο αντί για τη δική μας διδασκαλία διάλεξαν των Εβραίων, και επιπλέον, γιατί επιτέλους δεν είναι πιστοί μήτε σ' εκείνους, αλλά ξέκοψαν κι από κει και τράβηξαν δικό τους δρόμο -χωρίς να 'χουν ενστερνιστεί τίποτα το καλό και σπουδαίο, είτε από τα δικά μας, των Ελλήνων, είτε από των Εβραίων του Μωυσή. Θαρρείς κι ήταν Κήρες, μάζεψαν ό,τι ελαττώματα κουβαλούν και τα δυο έθνη: από τη μια την αθεΐα της ιουδαϊκής αβελτηρίας, κι από την άλλη τον ανήθικο και νωχελικό βίο της δικής μας ραθυμίας και χυδαιότητας και αυτό θέλησαν να το ονομάσουν υποδειγματική θεοσέβεια.

[3]. Το ότι η συνείδηση της ύπαρξης του θεού δεν είναι κάτι που διδάσκεται, αλλά την έχουν οι άνθρωποι από φυσικού τους, το αποδεικνύει πρώτα πρώτα ο κοινός σε όλους τους ανθρώπους ζήλος για το θείο. και στον ιδιωτικό και στο δημόσιο βίο, είτε ατομικά είτε σε εθνικό επίπεδο. Γιατί όλοι, χωρίς να το 'χουμε διδαχτεί, πιστέψαμε σε κάποια θεία δύναμη, την ακριβή φύση της οποίας δεν είναι εύκολο να τη γνωρίζουν όλοι, αλλά ούτε και όσοι τη γνωρίζουν είναι δυνατό να μιλήσουν γι' αυτήν σε όλους [...]

Σ' αυτήν λοιπόν την κοινή σε όλους τους ανθρώπους ιδέα, προστίθεται και μια άλλη. Με τον ουρανό και τους ορατούς θεούς του, όλοι δεθήκαμε με τέτοια φυσικότητα, που κι αν ακόμα κάποιος θεωρούσε ότι ο θεός είναι κάτι άλλο από αυτούς, θα τον έβαζε να κατοικήσει στον ουρανό, χωρίς να τον απομακρύνει από τη γη, αλλά θεωρώντας ότι εγκαθιστά το βασιλιά στο πιο σπουδαίο μέρος του σύμπαντος απ' όπου επιβλέπει και αντιλαμβάνεται τα όσα γίνονται στη γη.


[4]. Είναι ανάγκη να επικαλεστώ εδώ Έλληνες και Εβραίους για μάρτυρες; Δεν υπάρχει κανείς που να μην υψώνει τα χέρια στον ουρανό όταν προσεύχεται, επιπλέον, όταν ορκίζεται σε θεό ή σε θεούς, αν τέλος πάντων έχει κάποια ιδέα για το θείο, προς τον ουρανό στρέφεται. Δεν είναι αφύσικο να συμβαίνει αυτό στους ανθρώπους. Γιατί καθώς βλέπουν ότι από τα ουράνια σώματα κανένα δε μεγαλώνει ούτε μικραίνει ούτε ανατρέπεται ούτε παθαίνει τίποτα από τα όσα υφίστανται τα σώματα που κινούνται άτακτα, αλλά ότι η κίνηση του είναι αρμονική κι η διάταξή του συμμετρική, και οι φάσεις της σελήνης είναι καθορισμένες, κι επίσης ότι η ανατολή κι η δύση του ήλιου είναι καθορισμένες σε συγκεκριμένες πάντα εποχές, εύλογα πίστεψαν ότι ο ουρανός είναι θεός και θρόνος του θεού. Γιατί ένα ουράνιο σώμα, επειδή δεν μεγαλώνει με καμιά προσθήκη ούτε μικραίνει με αφαίρεση, και επειδή δεν το αγγίζει η μεταβολή από την αλλοίωση και την ανατροπή, είναι απρόσβλητο από κάθε φθορά και δεν δέχεται καμία επίδραση, επειδή εξάλλου είναι από τη φύση του αθάνατο και αναλλοίωτο, είναι καθαρό από κάθε είδους στίγμα, αιώνιο και αεικίνητο, όπως βλέπουμε, γυρίζει γύρω από το μεγάλο δημιουργό είτε διότι ωθείται από κάποια πιο ισχυρή και θεϊκή ψυχή που κατοικεί μέσα του, όπως ακριβώς, νομίζω, τα σώματά μας από την ψυχή μέσα μας, είτε επειδή προσέλαβε την κίνηση από τον ίδιο το θεό, περιστρέφεται σε έναν απέραντο κύκλο με ακατάπαυστη και αιώνια ορμή [...]


[5]. Οι Έλληνες τώρα, είναι αλήθεια, έπλασαν τους μύθους για τους θεούς απίστευτους και τερατώδεις. Είπαν δηλαδή ότι ο Κρόνος κατάπιε τα παιδιά του και αμέσως μετά τα ξέρασε. Μίλησαν ακόμα και για άνομους γάμους: δηλαδή ότι ο Δίας έσμιξε με τη μάνα του και, όταν έκανε παιδιά μαζί της, παντρεύτηκε την κόρη του, και μάλλον ούτε την παντρεύτηκε, αλλά, αφού έσμιξε απλώς μαζί της, την έδωσε σε κάποιον άλλο. Έπειτα έρχονται οι μύθοι για τον κατασπαραγμένο Διόνυσο και τη συγκόλληση των μελών του. Τέτοια πράγματα λένε οι μύθοι των Ελλήνων. Σύγκρινέ τους με τη διδασκαλία των Ιουδαίων, και με τον παράδεισο που φύτεψε ο θεός και με τον Αδάμ που έπλασε, και τη γυναίκα που δημιούργησε για χάρη του, διότι είπε ο θεός, "δεν είναι ωραίο ο άνθρωπος να είναι μόνος του, ας του φτιάξουμε ένα βοηθό που να του μοιάζει". Μόνο που αυτή σε τίποτα απολύτως δεν τον βοήθησε, αλλά τον εξαπάτησε και έγινε συναίτιος για να αποκλειστούν και αυτός και αυτή από τις παραδείσιες απολαύσεις.


[6]. Βέβαια, όλα αυτά είναι εντελώς μυθώδη. Γιατί, πως είναι δυνατό να αγνοεί ο θεός ότι το πλάσμα που δημιούργησε ως βοηθό, θα του έβγαινε σε κακό και όχι σε καλό εκείνου που το δέχτηκε; Και το φίδι που μίλησε με την Εύα, ποια γλώσσα θα πούμε ότι χρησιμοποίησε; Μήπως την ανθρώπινη; Και σε τι διαφέρουν όλα αυτά από τους μύθους που έπλασαν οι Έλληνες; Αλλά μήπως και το να μην επιτρέψει ο θεός στους ανθρώπους που έπλασε να μάθουν να διακρίνουν το καλό από το κακό, δεν είναι υπερβολικά παράλογο; Γιατί, τι πιο ηλίθιο από τον άνθρωπο που δεν μπορεί να διακρίνει το καλό από το κακό; Αφού είναι προφανές ότι τα μεν κακά δεν θα τα αποφύγει, τα δε καλά δεν θα τα επιδιώξει. Και το πιο σημαντικό: ο θεός δεν επέτρεψε στον άνθρωπο να γευθεί τη φρόνηση, από την οποία δεν υπάρχει τίποτα που να αξίζει γι' αυτόν περισσότερο. Το ότι η διάκριση του καλού και του χειρότερου είναι έργο της φρόνησης, το αντιλαμβάνονται ακόμα και οι ανόητοι. Επομένως το φίδι είναι ευεργέτης μάλλον, και όχι καταστροφέας του ανθρώπινου γένους. Με βάση αυτά, πρέπει να πούμε ότι ο θεός είναι φθονερός. Γιατί όταν είδε τον άνθρωπο να μετέχει στη φρόνηση, προκειμένου να μη γευτεί, λέει, από το δέντρο της ζωής, τον ξαπόστειλε από τον παράδεισο λέγοντας ξεκάθαρα: "Να, ο Αδάμ έφτασε, σαν ένας από εμάς, να γνωρίζει το καλό και το κακό. Τώρα λοιπόν, μη τυχόν και απλώσει το χέρι, και πάρει, και φάει από το δέντρο της ζωής, και ζήσει αιώνια." Αν όλα αυτά δεν είναι μύθοι με κάποιο μυστικό νόημα -πράγμα που πιστεύω εγώ-, τότε οι διηγήσεις αυτές για τι θεό είναι γεμάτες από βλαστημίες. Γιατί το να μην ξέρει ότι αυτή που πλάστηκε για βοηθός, θα γίνει η αιτία της πτώσης, και το να απαγορεύει τη γνώση του καλού και του κακού, που είναι το μόνο πράγμα που φαίνεται να δίνει συνοχή στον ανθρώπινο νου, και επιπλέον το να φθονεί, μήπως ο άνθρωπος πάρει από το δέντρο της ζωής και από θνητός γίνει αθάνατος, αυτά είναι χαρακτηριστικά υπερβολικά φθονερού και μνησίκακου όντος.


[7]. Όσο για το τι πραγματικά πιστεύουν οι Εβραίοι και το τι εξ αρχής μας κληροδότησαν οι δικοί μας πρόγονοι, η δική μας θεωρία για τον άμεσο δημιουργό του κόσμου έχει ως εξής [...]

Για τους θεούς που είναι ανώτεροι από αυτόν το δημιουργό ο Μωυσής δε μίλησε καθόλου ούτε και τόλμησε να πει κάτι για τη φύση των αγγέλων. Ποικιλοτρόπως και πολλές φορές, είπε ότι υπηρετούν το θεό, αλλά πουθενά δεν ξεκαθαρίζεται αν οι άγγελοι είναι δημιουργημένοι ή όχι, αν έχουν δημιουργηθεί από άλλον και άλλον είναι ταγμένοι να υπηρετούν, ή αν έγιναν με κάποιον άλλο τρόπο. Ενώ αναλύει διεξοδικά όσα έχουν να κάνουν με τον ουρανό και τη γη, και τον τρόπο που τακτοποιήθηκαν τα όσα υπάρχουν πάνω στη γη. Και για άλλα λέει ότι διέταξε ο θεός να γίνουν μόνα τους, όπως το φως και το στερέωμα, ενώ άλλα τα έκανε ο ίδιος, όπως τον ουρανό και τη γη, τον ήλιο και τη σελήνη και τα υπόλοιπα που υπήρχαν αλλά ήταν κρυμμένα μέχρι τότε, λέει ότι τα διαχώρισε, όπως το νερό, νομίζω, και τη στεριά. Σ' αυτά όμως δε τόλμησε να προσθέσει τίποτε για τη γένεση ή δημιουργία του πνεύματος, παρά μόνον ότι "και πνεύμα θεού περιφερόταν πάνω από τα νερά", το αν αυτό το πνεύμα είναι ή δεν είναι δημιούργημα δεν το ξεκαθαρίζει.


[8]. Εδώ ας κάνουμε μια σύγκριση, αν θέλετε, με τα λόγια του Πλάτωνα. Πρόσεξε τι λέει αυτός για το δημιουργό και τι τον βάζει να λέει στην κοσμογονία, για να αντιπαραβάλουμε την κοσμογονία του Πλάτωνα και του Μωυσή. Γιατί έτσι μπορεί να φανεί ποιος είναι καλύτερος και αντάξιος του θεού. Μήπως ο Πλάτων που λάτρεψε τα είδωλα, ή αυτός για τον οποίο η Γραφή λέει ότι ο θεός του μίλησε στόμα με στόμα. "Στην αρχή δημιούργησε ο θεός τον ουρανό και τη γη. Η γη ήταν αόρατη και ακατασκεύαστη, και σκοτάδι κάλυπτε την άβυσσο, και το πνεύμα του θεού περιφερόταν πάνω από τα νερά. Και είπε ο θεός το φως ημέρα και το σκοτάδι νύχτα. Και την πρώτη μέρα δημιουργήθηκε το βράδυ και δημιουργήθηκε το πρωί. Και είπε ο θεός: να δημιουργηθεί επιστέγασμα μεταξύ των υδάτων. Και ονόμασε ο θεός το θολωτό επιστέγασμα ουρανό. Και είπε ο θεός να συγκεντρωθεί σε ένα μέρος όλο μαζί το νερό που βρίσκεται κάτω από τον ουρανό και να φανερωθεί η στεριά. Έτσι κι έγινε. Και είπε ο θεός να φυτρώσουν στη γη χορτάρια και δένδρα καρποφόρα. Και είπε ο θεός να δημιουργηθούν φωτεινά αστέρια στο στερέωμα του ουρανού, για να φωτίζουν τη γη. Και τα έβαλε ο θεός στο στερέωμα του ουρανού, ώστε να εξουσιάζουν την ημέρα και τη νύχτα."


[9]. Για την άβυσσο ή το σκοτάδι ή το νερό δεν λέει ο Μωυσής ότι τα δημιούργησε ο θεός, παρ' όλο που θα 'πρεπε να πει και γι' αυτά -αφού για το φως κάπου είπε ότι έγινε με διαταγή του θεού. Ο Μωυσής όμως δεν είπε λέξη -θαρρείς και πρόκειτε για πράγματα που δεν δημιουργήθηκαν- παρ' ό,τι τα μνημονεύει τόσες φορές. Χώρια που δε λέει τίποτα για τη γέννηση ή τη δημιουργία των αγγέλων ούτε για το πως εμφανίστηκαν, παρά μιλάει μόνο για τα ουράνια και επίγεια σώματα, λες και ο θεός δεν είναι δημιουργός κανενός άυλου, αλλά κάποιος που έβαλε σε τάξη το υλικό υπόστρωμα. Γιατί εκείνο το "η γη ήταν αόρατη και ακατασκεύαστη" δε σημαίνει παρά το ότι θεωρεί το υγρό και στερεό στοιχείο ύλη, και παρουσιάζει το θεό ως κάποιον που απλώς την έβαλε σε τάξη.


[10]. Άκου τώρα τι λέει ο Πλάτων για τον κόσμο:

"Ολόκληρος ο ουρανός ή ο κόσμος -κι αν ταιριάζει περισσότερο να τον λέμε με κάποιο άλλο όνομα, ας τον ονομάσουμε έτσι- υπήρχε τάχα ανέκαθεν, χωρίς καμιά αρχική στιγμή γέννησης, ή μήπως δημιουργήθηκε, ξεκινώντας από κάποια αρχή; Δημιουργήθηκε, γιατί είναι ορατός και απτός και έχει σώμα. Όλα όμως τα πράγματα αυτού του είδους είναι αισθητά, και όπως δείξαμε, τα αισθητά με τον ορθό λόγο, πρέπει να πούμε ότι αυτός ο κόσμος είναι έμβιο ον προικισμένο με ψυχή και νου κι αληθινά γεννήθηκε χάρη στην πρόνοια του θεού."



Δεν υπάρχουν σχόλια: